ἀτρέκεια

ἀτρέκεια
ᾰτρέκεια
1 precision, exactitude πότερον δίκᾳ τεῖχος ὕψιον ἢ σκολιαῖς ἀπάταις ἀναβαίνει ἐπιχθόνιον γένος ἀνδρῶν, δίχα μοι νόος ἀτρέκειαν εἰπεῖν tell precisely fr. 213. 4. pro pers., Rectitude,

νέμει γὰρ Ἀτρέκεια πόλιν Λοκρῶν Ζεφυρίων O. 10.13


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτρεκεία — ἀτρεκείᾱ , ἀτρέκεια precise truth fem nom/voc/acc dual ἀτρεκείᾱ , ἀτρέκεια precise truth fem nom/voc/acc dual (ionic) ἀτρεκείᾱ , ἀτρέκεια precise truth fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκείᾳ — ἀτρεκείᾱͅ , ἀτρέκεια precise truth fem dat sg (attic doric aeolic) ἀτρεκείᾱͅ , ἀτρέκεια precise truth fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατρέκεια — ἀτρέκεια και ιων. τ. ἀτρεκίη, κείη, κηΐη, η (Α) [ατρεκής] 1. αλήθεια, πραγματικότητα, βεβαιότητα 2. (η αιτ. ως επίρρ.) τὴν ἀτρέκειαν με βεβαιότητα 3. (στον Πίνδαρο) προσωποποίηση της δικαιοσύνης …   Dictionary of Greek

  • ἀτρέκεια — precise truth fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκείας — ἀτρεκείᾱς , ἀτρέκεια precise truth fem acc pl ἀτρεκείᾱς , ἀτρέκεια precise truth fem gen sg (attic doric aeolic) ἀτρεκείᾱς , ἀτρέκεια precise truth fem acc pl (ionic) ἀτρεκείᾱς , ἀτρέκεια precise truth fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκείῃ — ἀτρέκεια precise truth fem dat sg (epic ionic) ἀτρέκεια precise truth fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκείη — ἀτρέκεια precise truth fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκείην — ἀτρέκεια precise truth fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρέκειαν — ἀτρέκεια precise truth fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατρεκής — ἀτρεκής, ές (Α) Ι. 1. πραγματικός, αληθινός 2. ασφαλής, σταθερός 3. (για πρόσωπα) δίκαιος, αυστηρός 4. (το ουδ.) το ἀτρεκές α) «ατρέκεια», αλήθεια, δικαιοσύνη 6) (ως επίρρ.) ακριβώς, στην πραγματικότητα II. επίρρ. ἀτρεκέως αληθινά, με ειλικρίνεια …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”